|
|
|
|
|
|
|
 
 
ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΝΕΤ


Newsletter
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ (από 08.08.2016) » ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ » ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ » Συμπληρωματικά έργα/υπηρεσίες/αγαθά

Εκτύπωση
+
A
-

Συμπληρωματικά έργα/υπηρεσίες/αγαθά

Ι. Η διάταξη

ΙΙ. Προϋποθέσεις
1. Να μην περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση και να κατέστησαν αναγκαία κατά τη διάρκεια εκτέλεσης αυτής
2. Να μην μπορεί να γίνει αλλαγή του αρχικού αναδόχου για λόγους τεχνικούς ή οικονομικούς
3. Οποιαδήποτε αύξηση της τιμής δεν πρέπει να υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) της  αξίας της αρχικής σύμβασης
4. Οι επακόλουθες τροποποιήσεις δεν πρέπει να αποσκοπούν στην αποφυγή εφαρμογής των διατάξεων του Βιβλίου Ι κλπ
5. Υποχρέωση γνωστοποίησης της τροποποίησης στην επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε.
6. Ύπαρξης σύμβασης σε ισχύ

III. Έργα- Μελέτες




Ι. Η διάταξη

Οι συμβάσεις και οι συμφωνίες-πλαίσιο μπορούν να τροποποιούνται χωρίς νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: [...] β) για τα συμπληρωματικά έργα, υπηρεσίες ή αγαθά από τον αρχικό ανάδοχο, τα οποία κατέστησαν αναγκαία και δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική σύμβαση, εφόσον η αλλαγή αναδόχου:

αα) δεν μπορεί να γίνει για οικονομικούς ή τεχνικούς λόγους, π.χ. απαιτήσεις εναλλαξιμότητας ή διαλειτουργικότητας με τον υφιστάμενο εξοπλισμό, υπηρεσίες ή εγκαταστάσεις που παρασχέθηκαν με τη διαδικασία σύναψης της αρχικής σύμβασης, και

ββ) θα συνεπαγόταν σημαντικά προβλήματα ή ουσιαστική επικάλυψη δαπανών για την αναθέτουσα αρχή.

Ωστόσο, οποιαδήποτε αύξηση της τιμής δεν υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) της αξίας της αρχικής σύμβασης. Σε περίπτωση διαδοχικών τροποποιήσεων, η σωρευτική αξία των τροποποιήσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το το πενήντα τοις εκατό (50%) της αξίας της αρχικής σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαίσιο.

Οι επακόλουθες τροποποιήσεις δεν πρέπει να αποσκοπούν στην αποφυγή εφαρμογής του παρόντος Βιβλίου (άρθρα 3 έως 221). (άρθρο 132 παρ. 1 β του Ν.4412/2016)

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω περίπτωση, υπό το πρίσμα των προηγούμενων και ήδη καταργηθεισών Οδηγιών 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ, καθώς και των π.δ/των 60/2007 και 59/200725, αποτελούσε περίπτωση, για την οποία η αναθέτουσα αρχή μπορούσε να προσφύγει σε διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης, ενώ πλέον εμπίπτει ρητά στις περιπτώσεις τροποποίησης της αρχικής σύμβασης. Ωστόσο, οι περισσότερες προϋποθέσεις εφαρμογής της εξεταζόμενης εν προκειμένω διάταξης, που θα αναλυθούν ακολούθως ταυτίζονται - παρότι η ορολογία που χρησιμοποιείται είναι εν μέρει διαφορετική- με τις προϋποθέσεις των προϋφιστάμενων διατάξεων και έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας τόσο σε ενωσιακό επίπεδο από το Δικαστήριο όσο και από τα εθνικά δικαστήρια. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)


ΙΙ. Προϋποθέσεις

1. Να μην περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση και να κατέστησαν αναγκαία κατά τη διάρκεια εκτέλεσης αυτής.
Η εν λόγω προϋπόθεση επιτάσσει τα συμπληρωματικά έργα/ υπηρεσίες/ αγαθά να μην περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση και να κατέστησαν αναγκαία κατά τη διάρκεια εκτέλεσης αυτής.
 
Η διαφοροποίηση της εν λόγω ρύθμισης σε σχέση με τις αντίστοιχες των προϋφιστάμενων Οδηγιών είναι ότι δεν υπάρχει πλέον αναφορά σε ‘’μη προβλέψιμες περιστάσεις’’, εξαιτίας των οποίων προέκυψε η αναγκαιότητα ανάθεσης συμπληρωματικών έργων/ υπηρεσιών/ αγαθών. Στο πλαίσιο αυτό, διαφαίνεται, ότι δεν αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων η συνδρομή απρόβλεπτων περιστάσεων και στην ουσία επεκτείνεται το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής τους, πέρα από τις απρόβλεπτες περιστάσεις,  και  σε  περιπτώσεις,  οι  οποίες,  ενδεχομένως,  θα  μπορούσαν  να  είχαν  προβλεφθεί  από την αναθέτουσα αρχή, αλλά για κάποιον λόγο ‘’απέτυχε’’ να τις προβλέψει ή δεν τις συμπεριέλαβε στην αρχική σύμβαση για άλλους λόγους.
 
Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η ανάγκη για τα συμπληρωματικά έργα/ υπηρεσίες/ αγαθά θα πρέπει να προκύπτει κατά την εκτέλεση της σύμβασης και αυτά να είναι απαραίτητα για την άρτια ολοκλήρωσή της. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)



2. Να μην μπορεί να γίνει αλλαγή του αρχικού αναδόχου για λόγους τεχνικούς ή οικονομικούς
Στο πλαίσιο της εν λόγω προϋπόθεσης θα πρέπει, κατά περίπτωση, να εξετάζεται από την αναθέτουσα αρχή  η δυνατότητα αλλαγής του αρχικού αναδόχου για την εκτέλεση των συμπληρωματικών έργων/ υπηρεσιών αγαθών, ήτοι κατά πόσο μία ενδεχόμενη αλλαγή αναδόχου είναι εφικτή από τεχνική ή οικονομική άποψη.
 
Ως τεχνικοί λόγοι, όπως αυτοί εξειδικεύονται στην υποπερίπτωση (αα) των ερμηνευόμενων διατάξεων, νοούνται ενδεικτικά οι απαιτήσεις εναλλαξιμότητας ή διαλειτουργικότητας με υφιστάμενο εξοπλισμό, με υπηρεσίες ή με εγκαταστάσεις που παρασχέθηκαν με τη διαδικασία σύναψης της αρχικής σύμβασης. Όταν συντρέχουν τέτοιες απαιτήσεις καθίσταται προφανές ότι η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να προσφύγει σε άλλον οικονομικό φορέα, παρά μόνο στον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης, καθώς ενδεχόμενη αλλαγή του αναδόχου στην περίπτωση αυτή θα έθετε σε προφανή κίνδυνο την τεχνική αρτιότητα και τη συνολική λειτουργικότητα του έργου/ υπηρεσίας/ αγαθού.
 
Στην αιτιολογική σκέψη (108) της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ26 αναφέρεται: «Ενδέχεται οι αναθέτουσες αρχές να αντιμετωπίσουν καταστάσεις όπου απαιτούνται πρόσθετες εργασίες, αγαθά ή υπηρεσίες· σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να δικαιολογείται η τροποποίηση της αρχικής σύμβασης χωρίς νέα διαδικασία ανάθεσης, ιδίως όπου οι πρόσθετες παραδόσεις αποσκοπούν είτε στη μερική αντικατάσταση είτε στην επέκταση υπηρεσιών, αγαθών ή εγκαταστάσεων που ήδη υπάρχουν, όταν η αλλαγή του προμηθευτή θα υποχρέωνε την αναθέτουσα αρχή να δεχτεί υλικό, εργασίες ή υπηρεσίες με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα την ασυμβατότητα ή την έγερση δυσανάλογων τεχνικών δυσκολιών κατά τη λειτουργία και τη συντήρηση.».

Από τα αναφερόμενα στην εν λόγω σκέψη καθίσταται σαφές ότι, για τη συνδρομή των τεχνικών λόγων της εξεταζόμενης περίπτωσης θα πρέπει η ανάθεση των πρόσθετων έργων/ υπηρεσιών/ αγαθών σε οικονομικό φορέα διαφορετικό από τον αρχικό ανάδοχο να οδηγεί την αναθέτουσα αρχή στην αποδοχή αγαθών, υπηρεσιών ή έργων με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα την ασυμβατότητά τους ή την έγερση δυσαναλόγων τεχνικών δυσχερειών, κατά τη συντήρηση και λειτουργία του αντικειμένου της αρχικής σύμβασης.
 
Ως οικονομικοί λόγοι, οι οποίοι επίσης προβλέπονται στην υποπερίπτωση (αα), νοούνται λόγοι που σχετίζονται με το οικονομικό αποτέλεσμα, στο οποίο θα οδηγούνταν η αναθέτουσα αρχή, σε περίπτωση ανάθεσης των συμπληρωματικών έργων/ υπηρεσιών/ αγαθών σε οικονομικό φορέα διαφορετικό από τον αρχικό ανάδοχο, υπό την έννοια ότι ενδεχομένως θα ήταν δυσανάλογα ασύμφορή οικονομικά η εμπλοκή τρίτου προσώπου πέραν του αρχικού αναδόχου.
 
Επισημαίνεται ότι οι ως άνω οικονομικοί ή τεχνικοί λόγοι της υποπερίπτωσης (αα) αναφέρονται διαζευκτικά και όχι αθροιστικά και, κατά συνέπεια, αρκεί να συντρέχει είτε τεχνικός είτε οικονομικός λόγος για την εφαρμογή της διάταξης, ενώ περαιτέρω σημαντικό είναι ότι η παράθεσή τους είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική, με την έννοια ότι μπορεί να γίνει επίκληση από την αναθέτουσα αρχή οποιουδήποτε τεχνικού ή οικονομικού λόγου, για τον οποίο δεν μπορεί να αντικατασταθεί ο αρχικός ανάδοχος.
 
Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η αναθέτουσα αρχή θα πρέπει στην απόφαση, με την οποία αναθέτει συμπληρωματικά έργα/ υπηρεσίες/ αγαθά στον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης να τεκμηριώνει επαρκώς τους επικαλούμενους τεχνικούς ή οικονομικούς λόγους, για τους οποίους κρίνεται ‘’ασύμφορη’’ η εμπλοκή προσώπου διαφορετικού από τον αρχικό ανάδοχο.
 
Περαιτέρω, πλην των ως άνω τεχνικών ή οικονομικών λόγων, θα πρέπει να συντρέχει και η προϋπόθεση που περιλαμβάνεται στην υποπερίπτωση (ββ) των σχετικών διατάξεων, ήτοι η δημιουργία προβλημάτων ή η ουσιαστική επικάλυψη δαπανών, η οποία θα προκαλούνταν, σε περίπτωση αλλαγής του αναδόχου της αρχικής σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή ο κρίσιμος λόγος για την προσφυγή εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής στον αρχικό ανάδοχο δεν είναι τεχνικός και, κατά συνέπεια, ενώ τεχνικά είναι καταρχάς δυνατόν άλλος οικονομικός φορέας να εκτελέσει το συμπληρωματικό έργο/ υπηρεσία/ αγαθό, ωστόσο η εμπλοκή προσώπου διαφορετικού από τον αρχικό ανάδοχο στην εκτέλεση της σύμβασης θα είχε ως αποτέλεσμα την ουσιαστική αύξηση του κόστους ή την ουσιαστική επικάλυψη δαπανών, με την έννοια ότι η αναθέτουσα αρχή θα υποχρεωνόταν ενδεχομένως να καταβάλει μεγάλο μέρος δαπανών που έχει ήδη καταβάλλει στον αρχικό ανάδοχο, προκειμένου να εκτελέσει τη συμπληρωματική σύμβαση τρίτο πρόσωπο. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)


3. Οποιαδήποτε αύξηση της τιμής δεν πρέπει να υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) της  αξίας της αρχικής σύμβασης
Η εν λόγω προϋπόθεση, η οποία προϋπήρχε και στις διατάξεις των προϋφιστάμενων Οδηγιών καθώς και των καταργηθέντων π.δ./των 59/2007 και 60/2007, ως μία εκ των απαιτούμενων προϋποθέσεων προκειμένου η αναθέτουσα αρχή να προσφύγει σε διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης, θέτει ανώτατο χρηματικό όριο ως προς την αξία των συμπληρωματικών έργων/ υπηρεσιών/ αγαθών, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει, σε ποσοστό, το πενήντα τοις εκατό (50%) της αξίας της αρχικής σύμβασης.
 
Σε περίπτωση περισσότερων, διαδοχικών τροποποιήσεων της αρχικής σύμβασης, υπό την έννοια της ανάθεσης περισσότερων συμβάσεων για συμπληρωματικά έργα/ υπηρεσίες/ αγαθά, αναφέρεται ρητά στις σχετικές διατάξεις ότι: «..... η σωρευτική αξία των τροποποιήσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το το πενήντα τοις εκατό (50%) της αξίας της αρχικής σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαίσιο.»
 
Εν προκειμένω διαπιστώνεται ότι η ρύθμιση του εθνικού νομοθέτη είναι πιο αυστηρή σε σχέση με  τη ρύθμιση των αντίστοιχων διατάξεων των νέων Οδηγιών, στις οποίες προβλέπεται: «Όταν επέρχονται διαδοχικές τροποποιήσεις, ο περιορισμός αυτός ισχύει για την αξία κάθε τροποποίησης.»
 
Είναι προφανές ότι η πρόβλεψη των Οδηγιών, ήτοι η αξία κάθε επιμέρους τροποποίησης να μην υπερβαίνει το 50% της αξίας της αρχικής σύμβασης θα οδηγούσε πολλές φορές στο παράδοξο αποτέλεσμα η σωρευτική αξία των τροποποιήσεων της αρχικής σύμβασης να υπερβαίνει την αξία της αρχικής σύμβασης ή ακόμη και το διπλάσιο αυτής. Το αποτέλεσμα αυτό ο ενωσιακός νομοθέτης προσπαθεί να περιορίσει θέτοντας ως δικλείδα ασφαλείας την προϋπόθεση που θα εκτεθεί αναλυτικά στη συνέχεια, ήτοι οι επακόλουθες τροποποιήσεις να μην αποσκοπούν στην αποφυγή της εφαρμογής των διατάξεων των Οδηγιών·
 
Ωστόσο, ο εθνικός νομοθέτης, αντιλαμβανόμενος προφανώς ότι η ως άνω δικλείδα ασφαλείας ενδεχομένως να μην είναι επαρκής για την αποτροπή φαινομένων καταχρηστικής εφαρμογής των σχετικών διατάξεων, επέλεξε, κατά την ενσωμάτωσή αυτών, να υιοθετήσει πιο αυστηρή κατεύθυνση και να θέσει τον προαναφερόμενο περιορισμό του 50% της αξίας της αρχικής σύμβασης στη συνολική αξία των διαδοχικών τροποποιήσεων με τη μορφή συμπληρωματικών έργων/ υπηρεσιών/ αγαθών και όχι στην αξία έκαστης τροποποίησης, ώστε να ελέγξει νομοθετικά τις ενδεχόμενες καταχρήσεις κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.
 
Η εν λόγω προϋπόθεση, όπως ήδη επισημάνθηκε, υπήρχε στις προηγούμενες Οδηγίες και στις διατάξεις των π.δ/των 59/2007 & 60/2007 ως προϋπόθεση για την προσφυγή σε διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης για την ανάθεση συμπληρωματικών έργων/ υπηρεσιών/ αγαθών και έχει τύχει ευρείας ερμηνείας τόσο από το Δικαστήριο όσο και από τα εθνικά δικαστήρια. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)

Για τον υπολογισμό της τιμής που προβλέπεται στην παρ. 2 και στις περιπτώσεις β' και γ' της παρ. 1, όταν η σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, η αναπροσαρμοσμένη τιμή είναι η τιμή αναφοράς. (άρθρο 132 παρ.3 Ν.4412/2016)

Παραδείγματα
- Δήμος αναθέτει στον ανάδοχο αρχικής σύμβασης έργου κατασκευής υπόγειου δημοτικού πάρκινγκ συνολικής αξίας 4.000.000,00 ευρώ, πρόσθετες εργασίες αντιστήριξης των θεμελίων κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της αρχικής σύμβασης, λόγω άνωσης του υδροφόρου ορίζοντα στην περιοχή, οι δε συγκεκριμένες εργασίες δεν δύνανται να διαχωριστούν τεχνικά από τις εργασίες της αρχικής σύμβασης και να ανατεθούν σε άλλον οικονομικό φορέα, χωρίς να δημιουργήσουν μείζονα ζητήματα στην τεχνική αρτιότητα του συνόλου του έργου και ουσιαστική αύξηση του κόστους για την αναθέτουσα αρχή, Η αξία της συμπληρωματικής σύμβασης είναι 400.000,00 ευρώ, ήτοι ποσοστό μικρότερο του 50% της συνολικής αξίας της αρχικής σύμβασης και πληροί τις εξεταζόμενης προϋποθέσεις.

- Νοσοκομείο σε νησί πρώτης υποδοχής προσφύγων αναθέτει στον ανάδοχο αρχικής σύμβασης προμήθειας εμβολίων συνολικής αξίας 300.000,00 ευρώ, λόγω μεγάλης εισροής προσφύγων και της συνακόλουθης αναγκαιότητας ιατρικής περίθαλψής τους, την προμήθεια εμβολίων με διαδοχικές συμπληρωματικές συμβάσεις: α) 30.000,00 ευρώ, β) 100.000,00 ευρώ και γ) 50.000,00 ευρώ, η δε αλλαγή του αναδόχου θα συνεπαγόταν την προμήθεια εμβολίων με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά και παράλληλα σημαντική αύξηση του κόστους.
Είναι προφανές, στο εν λόγω παράδειγμα, ότι το ποσοστό 50% της αξίας της αρχικής σύμβασης είναι 150.000,00 ευρώ και η συνολική αξία όλων των επακόλουθων τροποποιήσεων δεν θα πρέπει να υπερβαίνει αθροιστικά το ποσό αυτό. Κατά συνέπεια, την υπό εξέταση προϋπόθεση πληρούν μόνον οι δύο πρώτες συμβάσεις, η συνολική αξία των οποίων δεν υπερβαίνει τις 150.000, ευρώ (α+β à 30.000,00 + 100.000,00 = 130.000,00 < 150.000,00) , ενώ η τρίτη σύμβαση αξίας 50.000,00 ευρώ δεν μπορεί να ανατεθεί ως συμπληρωματική σύμβαση στον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης, αφού στην περίπτωση αυτή η αθροιστική αξία των τριών συμβάσεων θα ήταν 180.000,00 > 150.000,00 και άρα θα υπερέβαινε το επιτρεπτό ποσοστό 50% και θα καθιστούσε μη επιτρεπτές και τις προηγούμενες συναφθείσες συμπληρωματικές συμβάσεις. Εάν, όμως, στο ίδιο παράδειγμα η τρίτη σύμβαση ήταν αξίας 20.000,00 ευρώ, θα μπορούσε και αυτή να ανατεθεί στον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης, καθώς α+β+γ-> 30.000,00 + 100.000,00 + 20.000,00= 150.000,00 και άρα η αθροιστική αξία όλων των επιμέρους συμπληρωματικών συμβάσεων δεν θα υπερέβαινε σε ποσοστό το 50% της αξίας της αρχικής σύμβασης. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)




4. Οι επακόλουθες τροποποιήσεις δεν πρέπει να αποσκοπούν στην αποφυγή εφαρμογής των διατάξεων του Βιβλίου Ι, του Βιβλίου ΙΙ ή του ν. 4413/2016, ανάλογα με το είδος της σύμβασης
Ομοίως σωρευτικά απαιτούμενη προϋπόθεση εφαρμογής των σχετικών διατάξεων, προκειμένου τα συμπληρωματικά έργα/ υπηρεσίες/ αγαθά που ανατίθενται στον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης να αποτελούν επιτρεπτές τροποποιήσεις αυτής που τίθεται στο ακροτελεύτιο εδάφιο των εθνικών διατάξεων και μεταφέρει αυτούσια ουσιαστικά την αντίστοιχη πρόβλεψη του ενωσιακού νομοθέτη, είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, οι διαδοχικές τροποποιήσεις δεν θα πρέπει να αποσκοπούν στην αποφυγή εφαρμογής των διατάξεων του ν. 4412/2016 ή 4413/2016, ανάλογα με το αν πρόκειται για δημόσια σύμβαση, σύμβαση που ανατίθεται από αναθέτοντα φορέα ή σύμβαση παραχώρησης αντίστοιχα.
 
Η εν λόγω προϋπόθεση αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, τη δικλείδα του ενωσιακού νομοθέτη ώστε να συγκρατήσει τις διαδοχικές τροποποιήσεις της σύμβασης, οι οποίες με τη μορφή των πολλαπλών αναθέσεων συμπληρωματικών έργων/ υπηρεσιών/ αγαθών στον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης, μπορεί να υποκρύπτουν είτε μη ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής είτε φαινόμενα διαφθοράς, όπως π.χ. συμπαιγνία μεταξύ του αναδόχου της αρχικής σύμβασης και της αναθέτουσας αρχής, προκειμένου να αποφέρουν αθέμιτο πλεονέκτημα στα συμβαλλόμενα μέρη, περιορίζοντας κατ’ επέκταση τον ανταγωνισμό.
 
Όπως ήδη προαναφέρθηκε η ως άνω προϋπόθεση έχει νομοθετικά ελεγχθεί από τον εθνικό νομοθέτη με τη θέσπιση του προαναφερόμενου (υπό ΙΙΙ) περιορισμού της αθροιστικής αξίας των επακόλουθων συμπληρωματικών έργων/ υπηρεσιών/ αγαθών στο 50% της αξίας της αρχικής σύμβασης. Με την αυστηρή αυτή εθνική ρύθμιση στην ουσία εκπληρώνεται σε μεγάλο βαθμό ο σκοπός του ενωσιακού νομοθέτη για τη μη αποφυγή εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής της εφαρμογής των διατάξεων των Οδηγιών.

Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι σε κάθε περίπτωση και, παρά την ύπαρξη του προαναφερόμενου περιορισμού του 50%, θα πρέπει τα συμπληρωματικά έργα/ υπηρεσίες/ αγαθά που ανατίθεται με τη μορφή διαδοχικών συμπληρωματικών συμβάσεων στον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης να μην υποκρύπτουν πρόθεση εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής για αποφυγή εφαρμογής των διατάξεων του ν. 4412/2016 ή 4413/2016, ανάλογα με το είδος της σύμβασης, και ιδίως των διατάξεων που αφορούν στον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης, στην επιλογή διαδικασιών σύναψης των συμβάσεων, καθώς και στην τήρηση διατάξεων περί διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων, οι οποίες έχουν αποτυπώσει τις αντίστοιχες γενικές αρχές των δημοσίων συμβάσεων. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)
 

5. Υποχρέωση γνωστοποίησης της τροποποίησης στην επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε.
Οι αναθέτουσες αρχές που τροποποιούν μία σύμβαση στις περιπτώσεις των περιπτώσεων β' και γ' δημοσιεύουν σχετική γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ένωσης. Η γνωστοποίηση αυτή περιέχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο Μέρος Ζ' του Παραρτήματος V του Προσαρτήματος Α' και δημοσιεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 65. (άρθρο 132 παρ.1 Ν.4412/16)

Η τελευταία προϋπόθεση που τίθεται, για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, είναι η υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να αποστείλει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. γνωστοποίηση για έκαστη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης που αφορά σε συμπληρωματικά έργα/ υπηρεσίες/ αγαθά, ως μία επιπρόσθετη δικλείδα ασφαλείας για την αποφυγή καταχρήσεων, κατά την εφαρμογή, από τις αναθέτουσες αρχές.
 
Στην ουσία, με αυτόν τον τρόπο, ο ενωσιακός νομοθέτης δημιουργεί ένα μέσο ελέγχου των αναθετουσών αρχών εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς με τη θεσμοθέτηση της εν λόγω υποχρέωσης θα μπορεί να ασκεί ενός είδους εποπτεία και να αποτρέπει ενδεχόμενες καταστρατηγήσεις των σχετικών διατάξεων, ή σε περίπτωση διαπίστωσης σχετικής παραβίασής αυτών να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.
 
Σε κάθε περίπτωση τροποποίησης σύμβασης της εξεταζόμενης περίπτωσης οι αναθέτουσες αρχές οφείλουν να  συμπληρώνουν  και  να  αποστέλλουν  στην  επίσημη  Εφημερίδα  της  Ε.Ε.  το  τυποποιημένο  έντυπο «Γνωστοποίηση Τροποποίησης», το οποίο έχει εγκριθεί με τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2015/1986, και το οποίο πρέπει να περιέχει τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται:

-στο Μέρος Ζ΄ του Παραρτήματος V του Προσαρτήματος Α΄ του ν. 4412/2016, εάν πρόκειται για συμβάσεις που εμπίπτουν στο Βιβλίο Ι του νόμου,
-στο Παράρτημα XVI του Προσαρτήματος Β΄ του ν. 4412/2016 για τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο Βιβλίο ΙΙ αυτού,
-στο Παράρτημα XI του ν. 4413/2016, εφόσον πρόκειται για συμβάσεις παραχώρησης.

Ως προς τον χρόνο αποστολής της γνωστοποίησης δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στις σχετικές ρυθμίσεις, σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, είναι προφανές ότι θα πρέπει να τηρείται η αρχή της διαφάνειας και της αναλογικότητας και να μην ακολουθούνται παρελκυστικές τακτικές από τις αναθέτουσες αρχές. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)

 



6. Ύπαρξης σύμβασης σε ισχύ
Για τη γενική αυτή προϋπόθεση, δείτε την ενότητα  ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ (από 08.08.2016) » ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ » ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ » Εισαγωγικά



ΙΙΙ. Έργα- Μελέτες

Πέραν των διατάξεων του Βιβλίου Ι και ΙΙ του ν. 4412/2016 & 4413/2016, με τις οποίες έχουν ενσωματωθεί οι αντίστοιχες διατάξεις των Οδηγιών και ρυθμίζουν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, οριζόντια και με κοινό τρόπο, ανεξάρτητα από το είδος της σύμβασης (προμηθειών, υπηρεσιών, έργων), ζητήματα τροποποίησης των συμβάσεων, ο εθνικός νομοθέτης έχει συμπεριλάβει στο Βιβλίο Ι του ν.4412/2016 και αμιγώς εθνικές διατάξεις ειδικώς ως προς τις δημόσιες συμβάσεις έργων και ως προς τις δημόσιες συμβάσεις εκπόνησης μελετών & παροχής τεχνικών και λοιμών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών, οι οποίες παρατίθενται στη συνέχεια:
 
Α.Δημόσιες Συμβάσεις Έργων
 
Ως προς τις δημόσιες συμβάσεις έργων ζητήματα τροποποίησης συμβάσεων περιλαμβάνονται στις διατάξεις των άρθρων 155 «Επείγουσες και απρόβλεπτες πρόσθετες εργασίες», 156 «Ειδικά θέματα τροποποιήσεων συμβάσεων κατά τη διάρκειά τους. Αυξομειώσεις εργασιών - Νέες εργασίες», 164 «Υποκατάσταση» και 167 «Πτώχευση, θάνατος».
 
Β.Δημόσιες Συμβάσεις Εκπόνησης Μελετών & Παροχής Τεχνικών Και Λοιμών Συναφών Επιστημονικών Υπηρεσιών
 
Ως προς τις δημόσιες συμβάσεις εκπόνησης μελετών & παροχής τεχνικών και λοιπών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών ζητήματα τροποποίησης συμβάσεων περιλαμβάνονται στις διατάξεις των άρθρων 186 «Τροποποίηση σύμβασης κατά τη διάρκειά της» και 195 «Υποκατάσταση του αναδόχου».


Επισημαίνεται ότι οι αναθέτουσες αρχές κατά την εφαρμογή οποιωνδήποτε εθνικών διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν ζητήματα τροποποίησης των συμβάσεων, θα ήταν σκόπιμο να λαμβάνουν υπόψη τους τις διατάξεις των άρθρων 132 του Βιβλίου Ι, 337 του Βιβλίου ΙΙ & 51 του ν. 4413/2016, ανάλογα με το είδος της σύμβασης, καθώς και τη διαμορφωθείσα νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή αναπτύχθηκε ανωτέρω και οδήγησε στη διαμόρφωση των αντίστοιχων διατάξεων των νέων Οδηγιών. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)







Ανά σελίδα
 
 
    ΔήμοςΝΕΤ 2006   :   Όροι χρήσης   :   Προσωπικά δεδομένα
Designed by PenArt   .:banet: powering e-business solutions