|
|
|
|
|
|
|
 
 
ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΝΕΤ


Newsletter
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ (από 08.08.2016) » ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ » ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ » Υποκατάσταση αναδόχου

Εκτύπωση
+
A
-

Υποκατάσταση αναδόχου

Ι. Η διάταξη

ΙΙ. Επιτρεπτές περιπτώσεις υποκατάστασης
1. Υποκατάσταση που οφείλεται σε ρητή ρήτρα αναθεώρησης ή δικαίωμα προαίρεσης
2. Ολική ή μερική διαδοχή του αναδόχου λόγω εταιρικής αναδιάρθρωσης
3. Η αναθέτουσα αρχή αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του κύριου αναδόχου έναντι των υπεργολάβων του

III. Έργα-Μελέτες




Ι. Η διάταξη
Οι συμβάσεις και οι συμφωνίες-πλαίσιο μπορούν να τροποποιούνται χωρίς νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης όταν ένας νέος ανάδοχος υποκαθιστά εκείνον στον οποίο ανατέθηκε αρχικά η σύμβαση από την αναθέτουσα αρχή, συνεπεία:
αα) ρητής ρήτρας αναθεώρησης ή προαίρεσης, σύμφωνης με την περίπτωση α' ,
ββ) ολικής ή μερικής διαδοχής του αρχικού αναδόχου, λόγω εταιρικής αναδιάρθρωσης, περιλαμβανομένων της εξαγοράς, της απορρόφησης, της συγχώνευσης ή καταστάσεων αφερεγγυότητας ιδίως στο πλαίσιο προπτωχευτικών ή πτωχευτικών διαδικασιών, από άλλον οικονομικό φορέα, ο οποίος πληροί τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής που καθορίστηκαν αρχικά, υπό τον όρο ότι η διαδοχή δεν συνεπάγεται άλλες ουσιώδεις τροποποιήσεις της σύμβασης και δεν γίνεται με σκοπό την αποφυγή της εφαρμογής του Βιβλίου Ι ή
γγ) περίπτωσης που η αναθέτουσα αρχή αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του κύριου αναδόχου έναντι των υπεργολάβων του και εφόσον η δυνατότητα αυτή προβλέπεται στις κείμενες διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 131, (άρθρο 132 παρ.1δ Ν.4412/2016)

Η υποκατάσταση του αναδόχου της αρχικής σύμβασης από άλλο πρόσωπο, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής της, αποτελεί κατάσταση μη επιτρεπτή καταρχάς για το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, καθώς η αναθέτουσα αρχή προσέβλεψε σε συγκεκριμένο πρόσωπο, την προσφορά του οποίου αξιολόγησε ως την καταλληλότερη για την άρτια εκτέλεση της σύμβασης.
 
Ωστόσο, ο γενικός αυτός κανόνας, μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, που προβλέπονται ρητά, να κάμπτεται, επιτρέποντας την υποκατάσταση του αρχικού αναδόχου από άλλο πρόσωπο.
 
Στη με αριθμ. (110) αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ36 αναφέρεται ο  ως  άνω γενικός κανόνας, καθώς και οι περιπτώσεις παρέκκλισης από αυτόν, ιδίως για λόγους που αφορούν στην εταιρική αναδιάρθρωση της επιχείρησης. Ειδικότερα αναφέρεται: «Σύμφωνα με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, ο ανάδοχος δεν θα πρέπει, επί παραδείγματι όταν η σύμβαση καταγγέλλεται λόγω πλημμελούς εκτέλεσης, να αντικαθίσταται από άλλον οικονομικό φορέα χωρίς να πραγματοποιηθεί προκήρυξη νέου διαγωνισμού. Ωστόσο, ο ανάδοχος που εκτελεί τη σύμβαση θα πρέπει να μπορεί, ιδίως εάν η σύμβαση έχει ανατεθεί σε περισσότερες από μία επιχειρήσεις, να υποστεί ορισμένες διαρθρωτικές μεταβολές κατά την εκτέλεση της σύμβασης, όπως καθαρά εσωτερική αναδιοργάνωση, εξαγορές, συγχωνεύσεις ή διαδικασία αφερεγγυότητας. Οι εν λόγω διαρθρωτικές μεταβολές δεν θα πρέπει  να συνεπάγονται αυτομάτως απαίτηση έναρξης νέων διαδικασιών προμήθειας για όλες τις δημόσιες συμβάσεις τις οποίες εκτελεί ο εν λόγω προσφέρων.»
 
Επισημαίνεται ότι οι επιτρεπτές περιπτώσεις υποκατάστασης του αναδόχου αναφέρονται περιοριστικά στις σχετικές διατάξεις, και, κατά συνέπεια, σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις που χωρεί υποκατάσταση του αναδόχου από άλλο πρόσωπο πρόκειται για μη επιτρεπτή τροποποίηση της αρχικής σύμβασης και μάλιστα για ουσιώδη τροποποίηση αυτής,  για την οποία η αναθέτουσα αρχή οφείλει να εκκινήσει νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)


ΙΙ. Επιτρεπτές περιπτώσεις υποκατάστασης

1. Υποκατάσταση που οφείλεται σε ρητή ρήτρα αναθεώρησης ή δικαίωμα προαίρεσης

Πρόκειται για περιπτώσεις, στις οποίες, προβλέπεται στα αρχικά έγγραφα της σύμβασης ρήτρα αναθεώρησης ή δικαίωμα προαίρεσης, δυνάμει των οποίων η αναθέτουσα αρχή δύναται να αντικαταστήσει τον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης, κατά τη διάρκεια εκτέλεσής της, με άλλο πρόσωπο.
 
Οι ρήτρες αναθεώρησης ή τα δικαιώματα προαίρεσης για την υποκατάσταση του αρχικού αναδόχου θα πρέπει να είναι ρητές, ακριβείς και σαφείς, να μην μεταβάλουν τη συνολική φύση της σύμβασης και γενικότερα να πληρούν σωρευτικά όλες τις επιμέρους προϋποθέσεις, οι οποίες καθιστούν μία ρήτρα αναθεώρησης ή δικαίωμα προαίρεσης επιτρεπτή τροποποίηση της αρχικής σύμβασης.
 
Η γραμματική διατύπωση των σχετικών διατάξεων των Οδηγιών και των αντίστοιχων εθνικών διατάξεων δίνει περιθώριο ευρείας ερμηνείας, καθώς φαίνεται να επιτρέπει την υποκατάσταση του αρχικού αναδόχου σε οποιεσδήποτε περιπτώσεις, αρκεί να έχει προβλεφθεί με σαφή, ακριβή και ρητή ρήτρα αναθεώρησης στα αρχικά έγγραφα της σύμβασης, η οποία θα καθορίζει με σαφήνεια τους ειδικότερους όρους, με τους οποίους θα λάβει χώρα η υποκατάσταση.
 
Ωστόσο, οι σχετικές διατάξεις, ίσως θα πρέπει να ερμηνεύονται στενότερα, ώστε αφενός να περιορίσουν τη φαινομενικά απεριόριστη δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής να θέτει στα έγγραφα της σύμβασης οποιαδήποτε ρήτρα υποκατάστασης με τη μορφή ρήτρας αναθεώρησης ή δικαιώματος προαίρεσης και αφετέρου να περιορίσουν τους λόγους για τους οποίους θα μπορεί να χωρήσει υποκατάσταση του αρχικού αναδόχου, στο πλαίσιο ρήτρας αναθεώρησης.
 
Η ερμηνεία, βέβαια, των εν λόγω διατάξεων εναπόκειται κυρίως στο Δικαστήριο, αλλά και στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία θα διαμορφώσουν στο μέλλον, κατά την κρίση σχετικών υποθέσεων ενώπιόν τους, τους νομολογιακούς κανόνες για τη συγκεκριμένη περίπτωση. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)

Για περισσότερα σχετικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια ρήτρα αναθεώρησης, δείτε την ενότητα ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ (από 08.08.2016) » ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ » ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ  » Πρόβλεψη στα αρχικά έγγραφα της σύμβασης  » 3. Προϋποθέσεις επιτρεπτών ρητρών αναθεώρησης



2. Ολική ή μερική διαδοχή του αναδόχου λόγω εταιρικής αναδιάρθρωσης

α. Εισαγωγή
Επιτρεπτή, υπό προϋποθέσεις, περίπτωση υποκατάστασης του αρχικού αναδόχου αποτελεί και η ολική ή μερική διαδοχή του για λόγους που αφορούν στη λειτουργία της επιχείρησης και ειδικότερα για λόγους εταιρικής αναδιάρθρωσης.
 
Ως ‘’διαδοχή’’ νοείται η μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εκ μέρους ενός προσώπου (φυσικού ή νομικού) σε άλλο πρόσωπο (διάδοχος), η οποία διακρίνεται σε ολική όταν ο τρίτος υποκαθίσταται στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του δικαιοδόχου και σε μερική όταν αφορά σε μέρος μόνο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
 
Σύμφωνα με την προαναφερθείσα αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, «…ο ανάδοχος που εκτελεί τη σύμβαση θα πρέπει να μπορεί, ιδίως εάν η σύμβαση έχει ανατεθεί σε περισσότερες από μία επιχειρήσεις, να υποστεί ορισμένες διαρθρωτικές μεταβολές κατά την εκτέλεση της σύμβασης, όπως καθαρά εσωτερική αναδιοργάνωση, εξαγορές, συγχωνεύσεις ή διαδικασία αφερεγγυότητας. Οι εν λόγω διαρθρωτικές μεταβολές δεν θα πρέπει να συνεπάγονται αυτομάτως απαίτηση έναρξης νέων διαδικασιών προμήθειας για όλες τις δημόσιες συμβάσεις τις οποίες εκτελεί ο εν λόγω προσφέρων.»
 
Οι λόγοι αναδιάρθρωσης της επιχείρησης, οι οποίοι οδηγούν σε ολική ή μερική διαδοχή του αναδόχου αναφέρονται ρητά στις σχετικές διατάξεις, στις οποίες προβλέπεται η δυνατότητα υποκατάστασης του αναδόχου της αρχικής σύμβασης σε περίπτωση «ολικής ή μερικής διαδοχής του αρχικού αναδόχου, λόγω εταιρικής αναδιάρθρωσης, περιλαμβανομένων της εξαγοράς, της απορρόφησης, της συγχώνευσης ή καταστάσεων αφερεγγυότητας ιδίως στο πλαίσιο προπτωχευτικών ή πτωχευτικών διαδικασιών, από άλλον οικονομικό φορέα, ο οποίος πληροί τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής που καθορίστηκαν αρχικά, υπό τον όρο ότι η διαδοχή δεν συνεπάγεται άλλες ουσιώδεις τροποποιήσεις της σύμβασης και δεν γίνεται με σκοπό την αποφυγή της εφαρμογής του παρόντος Βιβλίου»

Προκειμένου η ολική ή μερική διαδοχή του αρχικού αναδόχου να συνιστά επιτρεπτή τροποποίηση της σύμβασης θα πρέπει να πληροί τις ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις:
 
β. Ολική ή μερική διαδοχή του αρχικού αναδόχου λόγω εταιρικής αναδιάρθρωσης
Δεν αρκεί οποιασδήποτε μορφής ολική ή μερική διαδοχή του αναδόχου της αρχικής σύμβασης, παρά μόνο διαδοχή, η οποία οφείλεται σε εταιρική αναδιάρθρωση.
 
Κατά συνέπεια, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων:

-η κληρονομική διαδοχή (με διαθήκη ή εξ αδιαθέτου) του αρχικού αναδόχου, σε περίπτωση θανάτου του, εφόσον είναι φυσικό πρόσωπο, καθώς, παρά το γεγονός ότι αποτελεί μία από τις πλέον συνήθεις μορφές καθολικής διαδοχής, δεν οφείλεται σε εταιρική αναδιάρθρωση, την οποία απαιτούν ρητά οι σχετικές διατάξεις

-η διαδοχή που συνίσταται σε μεταβίβαση εκ μέρους του αναδόχου συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε τρίτα πρόσωπα, με αμοιβαία μεταξύ τους συμφωνία, η οποία, ωστόσο, δεν οφείλεται σε εταιρική αναδιάρθρωση ούτε συνεπάγεται μεταβολές στην εταιρική μορφή της επιχείρησης.

Αντίθετα, αποτελούν περιπτώσεις επιτρεπτής υποκατάστασης του αρχικού αναδόχου ιδίως οι ακόλουθες:

-εξαγορά/ απορρόφηση/ συγχώνευση του αναδόχου από άλλον οικονομικό φορέα. Είναι προφανές  ότι στις εν λόγω περιπτώσεις προκύπτει είτε ολική διαδοχή του αναδόχου είτε μερική διαδοχή, η οποία δικαιολογεί τη συνέχιση εκτέλεσης της σύμβασης που είχε ανατεθεί στον ανάδοχο, από τον διάδοχό του, στον οποίο και μεταβιβάζονται, συνεπεία της διαδοχής, τα σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση,

-πτωχευτικές ή προπτωχευτικές διαδικασίες, στο πλαίσιο των οποίων, υπεισέρχεται στη θέση του αναδόχου της αρχικής σύμβασης τρίτο πρόσωπο, στον οποίο μεταβιβάζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη σύμβαση.

Ως πτωχευτικές και προπτωχευτικές διαδικασίες νοούνται ενδεικτικά οι προβλεπόμενες στον Πτωχευτικό Κώδικα διαδικασίες:
-η πτώχευση
-ο πτωχευτικός συμβιβασμός (άρθρο 74),
-η διαδικασία εξυγίανσης, η οποία αποτελεί συλλογική προπτωχευτική διαδικασία (άρθρα 99 έως 106 στ), ,
-το σχέδιο αναδιοργάνωσης (άθρα 107 έως 131).

Επισημαίνεται ότι το άρθρο 106 ια, το οποίο προέβλεπε την ειδική εκκαθάριση της επιχείρησης σε λειτουργία, καταργήθηκε με το άρθρο 6 παρ.14 του ν.4446/2016 (Α 240).  Περαιτέρω, σημειώνεται ότι οι ανωτέρω διαδικασίες του Πτωχευτικού Κώδικα αφορούν σε οικονομικούς φορείς που έχουν έδρα στην Ελλάδα, ενώ οι εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή οικονομικοί φορείς υπάγονται στις ανάλογες διαδικασίες που προβλέπονται στο δίκαιο της χώρας εγκατάστασής τους.
 
Είναι προφανές, τέλος, ότι μικρότερης έκτασης αλλαγές που αφορούν στην εσωτερική αναδιοργάνωση της επιχείρησης (όπως π.χ. η αλλαγή της εταιρικής επωνυμίας ή η συγχώνευση διακριτών τμημάτων της ίδιας επιχείρησης και όχι συγχώνευσή της με τρίτη επιχείρηση, η μεταφορά της έδρας) δεν αποτελούν καν υποκατάσταση του αρχικού αναδόχου, καθώς το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) που εκτελεί τη σύμβαση ως ανάδοχος εξακολουθεί να παραμένει το ίδιο και συνεπώς οι εν λόγω αλλαγές είναι πάντοτε επιτρεπτές, εφόσον δεν συνοδεύονται από άλλες μεταβολές στη φύση ή στην έκταση της αρχικής σύμβασης.(ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)

γ. Πλήρωση των ίδιων κριτηρίων ποιοτικής επιλογής εκ μέρους του διαδόχου
Ως δικλείδα ασφαλείας που έχει τεθεί από τον ενωσιακό νομοθέτη για την αποφυγή αφενός καταστρατηγήσεων από τα συμβαλλόμενα μέρη της δυνατότητας υποκατάστασης του αναδόχου για λόγους εταιρικής αναδιάρθρωσης και αφετέρου για τη διασφάλιση της άρτιας εκτέλεσης της σύμβασης από τον νέο ανάδοχο είναι η απαίτηση να πληροί και το πρόσωπο που υποκαθιστά τον αρχικό ανάδοχο όλα τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, τα οποία είχαν καθοριστεί στα έγγραφα της σύμβασης.
 
Κατά συνέπεια, και στο πρόσωπο του υποκατάστατου αναδόχου αφενός δεν θα πρέπει να συντρέχουν οι υποχρεωτικοί και δυνητικοί λόγοι αποκλεισμού, οι οποίοι είχαν προβλεφθεί από την αναθέτουσα αρχή και αφετέρου θα πρέπει αυτός να πληροί όλα τα επιμέρους κριτήρια επιλογής (επαγγελματικής καταλληλότητας, τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας, οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας) τα οποία είχαν τεθεί στα έγγραφα της σύμβασης.
 
Για την απόδειξη των ανωτέρω ο νέος ανάδοχος οφείλει να προσκομίζει στην αναθέτουσα αρχή όλα τα σχετικά αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 80 του ν. 4412/2016 και στο Παράρτημα ΧΙΙ του Προσαρτήματος Α του ίδιου νόμου, πριν από την εκτέλεση του μέρους της σύμβασης, το οποίο υπολείπεται προς εκτέλεση, μετά την υποκατάσταση του αρχικού αναδόχου.
 
Επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση που ο νέος ανάδοχος, ο οποίος προκύπτει από ολική ή μερική διαδοχή, συνεπεία εταιρικής αναδιάρθρωσης του αρχικού αναδόχου, δεν πληροί ένα ή περισσότερα από τα ως άνω κριτήρια ποιοτικής επιλογής, τότε πρόκειται για μη επιτρεπτή μορφή υποκατάστασης και η αναθέτουσα αρχή οφείλει να εκκινήσει νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης για την εκτέλεση του εναπομείναντος μέρους/ τμήματος της αρχικής σύμβασης. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)

δ. Μη ουσιώδης τροποποίηση της αρχικής σύμβασης
Άλλη μία δικλείδα ασφαλείας στην αποφυγή καταχρηστικής υποκατάστασης του αρχικού αναδόχου σε περίπτωση ολικής ή μερικής διαδοχής του, λόγω εταιρικής αναδιάρθρωσης, αποτελεί και η σωρευτικά απαιτούμενη προϋπόθεση η εν λόγω διαδοχή να μην συνεπάγεται άλλες ουσιώδεις τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης, γιατί σε τέτοια περίπτωση η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να συνεχίσει την εκτέλεση της σύμβασης με τον διάδοχο και οφείλει να εκκινήσει νέα διαδικασία σύναψης. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)
 
Για την έννοια και τις επιμέρους προϋποθέσεις της ουσιώδους τροποποίησης της αρχικής σύμβασης έχουν εν προκειμένω εφαρμογή όσα αναλυτικά εκτίθενται στην Ενότητα IV της παρούσας.

ε. Η υποκατάσταση του αναδόχου δεν θα πρέπει να γίνεται με σκοπό την αποφυγή εφαρμογής των διατάξεων του Βιβλίου Ι, του Βιβλίου ΙΙ ή του ν. 4413/2016, ανάλογα με το είδος της σύμβασης
Τέλος, επίσης σωρευτικά απαιτούμενη προϋπόθεση, προκειμένου η υποκατάσταση του αναδόχου της αρχικής σύμβασης, σε περίπτωση ολικής ή μερικής διαδοχής του, λόγω εταιρικής αναδιάρθρωσης να αποτελεί επιτρεπτή τροποποίηση αυτής είναι ότι δεν θα πρέπει να αποσκοπεί στην αποφυγή εφαρμογής των διατάξεων του ν. 4412/2016 ή 4413/2016, ανάλογα με το αν πρόκειται για δημόσια σύμβαση, σύμβαση που ανατίθεται από αναθέτοντα φορέα ή σύμβαση παραχώρησης αντίστοιχα.
 
Είναι προφανές ότι και στην περίπτωση αυτή ισχύουν όσα εκτέθηκαν αναλυτικά ανωτέρω (υπό Β. IV), ήτοι η ολική ή μερική διαδοχή του αρχικού αναδόχου θα πρέπει να εδράζεται σε πραγματικούς λόγους εταιρικής του αναδιάρθρωσης και να μην υποκρύπτεται πρόθεση εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής ή του αναδόχου για αποφυγή εφαρμογής των διατάξεων του ν. 4412/2016 ή 4413/2016, ανάλογα με το είδος της σύμβασης και ιδίως των διατάξεων που αφορούν στον υπολογισμό της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης, καθώς και των διατάξεων περί διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων.
 
Καθίσταται σαφές, βέβαια, ότι η εν λόγω προϋπόθεση δεν μπορεί εύκολα να ελεγχθεί, καθώς κρίνεται ad  hoc, με βάση τα εκάστοτε πραγματικά περιστατικά και συνήθως αποτελεί αντικείμενο δικαστικής κρίσης,   προυποθέσεις που άγονται ενώπιον των δικαστηρίων, ωστόσο τίθεται καταρχάς από τον ενωσιακό νομοθέτη, καθώς και από τον εθνικό νομοθέτη, ο οποίος έχει μεταφέρει τις σχετικές διατάξεις στο εθνικό δίκαιο, ως μία γενική εξαγγελία, προκειμένου εκ προοιμίου να είναι σε γνώση των αναθετουσών αρχών και των αναδόχων και να προλαμβάνει ως έναν βαθμό τις καταχρηστικές περιπτώσεις υποκατάστασης, οι οποίες παραβιάζουν τις διατάξεις των Οδηγιών. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)


 
3. Η αναθέτουσα αρχή αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του κύριου αναδόχου έναντι των υπεργολάβων του
Η τελευταία, ρητά επιτρεπτή, περίπτωση υποκατάστασης του αναδόχου της αρχικής σύμβασης είναι η περίπτωση, στην οποία η αναθέτουσα αρχή αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του τελευταίου έναντι των υπεργολάβων που χρησιμοποιεί για την εκτέλεση της αρχικής σύμβασης.
 
Προϋπόθεση που τίθεται τόσο από τις εθνικές διατάξεις, όσο και από τις αντίστοιχες των Οδηγιών είναι να προβλέπεται η συγκεκριμένη δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής στις κείμενες διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 13139 του ν. 4412/2016, το οποίο περιλαμβάνει διατάξεις ως προς την υπεργολαβία.
 
Ωστόσο, στο εν λόγω άρθρο, η μόνη σχετική δυνατότητα που έχει προβλεφθεί είναι η περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή, μπορεί να προβλέπει στα έγγραφα της σύμβασης ότι, κατόπιν αιτήματος του υπεργολάβου και, εφόσον η φύση της σύμβασης το επιτρέπει, καταβάλλει απευθείας στον υπεργολάβο την αμοιβή του για την εκτέλεση προμήθειας, υπηρεσίας ή έργου, δυνάμει σύμβασης υπεργολαβίας του τελευταίου με τον ανάδοχο.
 
Είναι προφανές ότι σε μία τέτοια περίπτωση απευθείας πληρωμής του υπεργολάβου από την αναθέτουσα αρχή, η τελευταία υποκαθιστά στην ουσία τον αρχικό ανάδοχο στις συμβατικές του υποχρεώσεις από τη σύμβαση υπεργολαβίας και συγκεκριμένα στην υποχρέωση καταβολής της αμοιβής του υπεργολάβου για το ποσοστό της σύμβασης που εκτελεί.
 
Ωστόσο, δεν προκύπτει με σαφήνεια, από την εν λόγω διάταξη, εάν στη συγκεκριμένη ρύθμιση εμπίπτουν  και τυχόν άλλες περιπτώσεις, στις οποίες η αναθέτουσα αρχή υποκαθιστά τον ανάδοχο στις υποχρεώσεις του έναντι των υπεργολάβων του.
 
Άλλωστε και οι αντίστοιχες διατάξεις των Οδηγιών καταλείπουν τη ρύθμιση της συγκεκριμένης περίπτωσης στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών- μελών, σε συσχέτιση με τις εθνικές διατάξεις τους που έχουν ενσωματώσει τις διατάξεις που ρυθμίζουν τα ζητήματα υπεργολαβίας, ενώ στις αιτιολογικές σκέψεις των Οδηγιών δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στη συγκεκριμένη ρύθμιση.
 
Σε κάθε περίπτωση επισημαίνεται ότι η ερμηνεία της εν λόγω διάταξης εναπόκειται κυρίως στο Δικαστήριο, αλλά και στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία θα διαμορφώσουν στο μέλλον, κατά την κρίση σχετικών υποθέσεων ενώπιόν τους, τους νομολογιακούς κανόνες για τη συγκεκριμένη περίπτωση.(ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)



III. Έργα-Μελέτες


Πέραν των διατάξεων του Βιβλίου Ι και ΙΙ του ν. 4412/2016 & 4413/2016, με τις οποίες έχουν ενσωματωθεί οι αντίστοιχες διατάξεις των Οδηγιών και ρυθμίζουν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, οριζόντια και με κοινό τρόπο, ανεξάρτητα από το είδος της σύμβασης (προμηθειών, υπηρεσιών, έργων), ζητήματα τροποποίησης των συμβάσεων, ο εθνικός νομοθέτης έχει συμπεριλάβει στο Βιβλίο Ι του ν.4412/2016 και αμιγώς εθνικές διατάξεις ειδικώς ως προς τις δημόσιες συμβάσεις έργων και ως προς τις δημόσιες συμβάσεις εκπόνησης μελετών & παροχής τεχνικών και λοιμών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών, οι οποίες παρατίθενται στη συνέχεια:
 
Α. Δημόσιες Συμβάσεις Έργων
 
Ως προς τις δημόσιες συμβάσεις έργων ζητήματα τροποποίησης συμβάσεων περιλαμβάνονται στις διατάξεις των άρθρων 155 «Επείγουσες και απρόβλεπτες πρόσθετες εργασίες»,156 «Ειδικά θέματα τροποποιήσεων συμβάσεων κατά τη διάρκειά τους. Αυξομειώσεις εργασιών - Νέες εργασίες», 164 «Υποκατάσταση» και 167 «Πτώχευση, θάνατος».
 
Β.Δημόσιες Συμβάσεις Εκπόνησης Μελετών & Παροχής Τεχνικών Και Λοιμών Συναφών Επιστημονικών Υπηρεσιών
 
Ως προς τις δημόσιες συμβάσεις εκπόνησης μελετών & παροχής τεχνικών και λοιπών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών ζητήματα τροποποίησης συμβάσεων περιλαμβάνονται στις διατάξεις των άρθρων 186 «Τροποποίηση σύμβασης κατά τη διάρκειά της» και 195 «Υποκατάσταση του αναδόχου».


Επισημαίνεται ότι οι αναθέτουσες αρχές κατά την εφαρμογή οποιωνδήποτε εθνικών διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν ζητήματα τροποποίησης των συμβάσεων, θα ήταν σκόπιμο να λαμβάνουν υπόψη τους τις διατάξεις των άρθρων 132 του Βιβλίου Ι, 337 του Βιβλίου ΙΙ & 51 του ν. 4413/2016, ανάλογα με το είδος της σύμβασης, καθώς και τη διαμορφωθείσα νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή αναπτύχθηκε ανωτέρω και οδήγησε στη διαμόρφωση των αντίστοιχων διατάξεων των νέων Οδηγιών. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)




Ανά σελίδα
 
 
    ΔήμοςΝΕΤ 2006   :   Όροι χρήσης   :   Προσωπικά δεδομένα
Designed by PenArt   .:banet: powering e-business solutions